Τα αίτια της παχυσαρκίας είναι πολύπλοκα και όχι  μόνο θέμα αυτοελέγχου και προσωπικής θέλησης.

Σε γενικές γραμμές, το αυξημένο βάρος προκαλείται από αυξημένη κατανάλωση θερμίδων, σε συνδυασμό με λίγη ή καθόλου άσκηση, ενώ τα γονίδια παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο. Είναι αξιοσημείωτο το ότι ο κίνδυνος να γίνει ένα άτομο παχύσαρκο είναι κατά 50% αυξημένος αν ο ένας γονέας του είναι παχύσαρκος και κατά 80% αν και οι δύο γονείς του είναι παχύσαρκοι. Η παχυσαρκία προκαλείται όταν, για μεγάλο χρονικό διάστημα,  το σώμα παίρνει περισσότερες θερμίδες από όσες χρησιμοποιεί. Οι ορμόνες παίζουν βασικό ρόλο στον ρυθμό αύξησης του βάρους και στη ρύθμιση της όρεξης και του αισθήματος κορεσμού αλλά και στην γενετική προδιάθεση κάποιων ανθρώπων να παχαίνουν πιο εύκολα από άλλους και να χάνουν βάρος πιο δύσκολα.

Εδώ πρέπει όμως να τονίσουμε ότι σπάνια η παχυσαρκία οφείλεται σε κάποια ορμονική διαταραχή.

Το αυξημένο λίπος όμως προκαλεί το ίδιο διαταραχές στην δράση άλλων ορμονών που παίζουν ρόλο στην μεταβολισμό όπως η ινσουλίνη,  επιδεινώνοντας την παχυσαρκία.   Όταν το λίπος αυξάνεται πάνω από το φυσιολογικό, αρχίζει και αποθηκεύεται σε διάφορα όργανα του σώματος όπως το συκώτι, οι μύες, η καρδιά ενώ ο ίδιος ο λιπώδης ιστός παράγει ορμόνες και ουσίες που προκαλούν μεγάλες αλλαγές στο τρόπο λειτουργίας του σώματος.

Θυρεοειδής αδένας: ο συνήθης ύποπτος, είναι συνήθως αθώος.

Η παχυσαρκία δεν προκαλείται αποκλειστικά από διαταραχές της θυρεοειδικής λειτουργίας όπως πολλοί νομίζουν. Παθήσεις όπως ο υποθυρεοειδισμός μπορούν να αυξήσουν τον κίνδυνο αύξησης βάρους αλλά μόνο σε συνδυασμό με κακή διατροφή και αποχή από την άσκηση. Η αύξηση βάρους που μπορεί να προκαλέσει μια διαταραχή στη λειτουργία του θυρεοειδούς είναι συνήθως λίγα κιλά (4-5 το πολύ) και μόνο αν συνοδεύεται από σχετική υπερφαγία και έλλειψη άσκησης. Η υπολειτουργία του θυρεοειδούς όμως μπορεί να μειώσει το αποτέλεσμα της προσπάθειας για απώλεια βάρους και για το λόγο αυτό πάντα πρέπει να αξιολογείται η λειτουργία του όταν έχουμε δυσκολία στην απώλεια βάρους.

Κορτιζόλη: η ορμόνη του stress

Ενώ το χρόνιο stress σχετίζεται με αύξηση του βάρους και πτώση του μεταβολισμού, η παθολογική αύξηση της κορτιζόλης (σε επίπεδα δηλαδή πάνω από το φυσιολογικό) είναι μια σπάνια νόσος (το γνωστό Σύνδρομο Cushing). Έλεγχος στα επίπεδα της κορτιζόλης θα πρέπει να γίνεται αν η αύξηση στο βάρος είναι απότομη και συνοδεύεται με αύξηση στην πίεση, το σάκχαρο, μυϊκή κόπωση και διαταραχές της περιόδου στις γυναίκες και υπογονιμότητα στους άνδρες.

Ινσουλίνη: Ο «ρυθμιστής»

Η ινσουλίνη παράγεται από το πάνγκρεας και είναι απαραίτητη για τον μεταβολισμό των υδατανθράκων ενώ παίζει σημαντικό ρόλο στην αποθήκευση λίπους μετά τα γεύματα. Η ινσουλίνη βοηθά τους διάφορους ιστούς να χρησιμοποιήσουν τη γλυκόζη για ενέργεια. Στην παχυσαρκία, και ειδικά όταν υπάρχει ιδιαίτερα αυξημένο λίπος στην κοιλιά και όργανα όπως το ήπαρ, δημιουργείται αντίσταση στην δράση της ινσουλίνης, η ινσουλίνη δεν μπορεί δηλαδή να δράσει εύκολα. Στα άτομα με αντίσταση στην ινσουλίνη διατροφή υψηλή σε υδατάνθρακες οδηγεί σε υπερινσουλιναιμία, αυξημένη εναπόθεση λίπους και επιδείνωση της παχυσαρκίας. Η αντίσταση στην ινσουλίνη είναι ο «προάγγελος» του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Εμμηνόπαυση: ο ρόλος των οιστρογόνων στη διατήρηση του βάρους

Τα οιστρογόνα φαίνεται να βοηθούν το σώμα να ρυθμίσει το βάρος του. Σε ερευνητικό επίπεδο τα χαμηλά οιστρογόνα προκαλούν πτώση του μεταβολικού ρυθμού και μείωση της επιθυμίας για φυσική δραστηριότητα. Η έλλειψη οιστρογόνων φαίνεται να προκαλεί επίσης αντίσταση στην δράση της ινσουλίνης, αυξάνοντας έτσι την αποθήκευση λίπους και κάνοντας δύσκολη την απώλεια βάρους. Οι γυναίκες που παίρνουν οιστρογόνα τα πρώτα χρόνια μετά την εμμηνόπαυση φαίνεται να έχουν καλύτερο μεταβολισμό και να μην παίρνουν γρήγορα βάρος μετά την διακοπή της περιόδου.

Γνωρίζετε ότι το λίπος παράγει ορμόνες;

Οι ορμόνες που παράγονται από τα κύτταρα του λίπους, όπως η γρελίνη και η λεπτίνη, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ρύθμιση της όρεξης και του αισθήματος πληρότητας μετά τα γεύματα, ενώ στα παχύσαρκα άτομα φαίνεται ότι είτε αυτές οι ορμόνες χάνουν την δράση τους είτε η δράση τους αλλοιώνεται έτσι ώστε να συντηρείται η υπερφαγία και η αύξηση λίπους.

Η κατανόηση μας για τις αιτίες της παχυσαρκίας αυξάνεται συνεχώς καθώς ανακαλύπτουμε όλο και περισσότερες ορμόνες που παράγονται από τα κύτταρα του λίπους και επηρεάζουν την όρεξη, τον μεταβολισμό και την πρόσληψη βάρους. Οι ορμόνες αυτές αποτελούν και στόχους για την μελλοντική δημιουργία φαρμάκων που θα βοηθούν αποτελεσματικά στην απώλεια βαρους χωρίς σημαντικές παρενέργειες.

Πριν ξεκινήσει ένα πρόγραμμα απώλειας βάρους ένα άτομο με παχυσαρκία (δείκτης μάζας σώματος >30) ή υπερβολική και απότομη πρόσληψη βάρους (>10% του βάρους σώματος σε περίοδο ενός έτους) θα πρέπει να εκτιμηθεί από έναν ειδικό ενδοκρινολόγο και να κάνει ένα βασικό έλεγχο μεταβολικών παραμέτρων όπως το σάκχαρο και τα λιπίδια του αιμάτος, της θυρεοειδικής λειτουργίας, των επιπέδων παραγωγής κορτιζόλης (ιδιαίτερα όταν η παχυσαρκία συνοδεύεται από υπέρταση, αυξημένο σάκχαρο και κλινικά σημεία ύποπτα για αυξημένη κορτιζόλη) και των επιπέδων της ινσουλίνης ή και άλλες διαγνωστικές εξετάσεις για να αποκλεισθεί η πιθανότητα μιας ορμονικής διαταραχής.