Ένα σημαντικό ποσοστό ασθενών νιώθουν πάντα την ανάγκη να επαναξιολογήσουν την διάγνωση που τους έχει μόλις δοθεί ζητώντας μια επιπλέον γνώμη από άλλον γιατρό.

Τι είναι όμως αυτό που οδηγεί τον ασθενή στην συνεχιζόμενη αυτή αμφιβολία και μέχρι ποια βαθμίδα αυτό δικαιολογείται;

Το βασικότερο όλων είναι  το ότι η παροχή ιατρικών υπηρεσιών είναι πάντα μια άυλη παροχή.

Φεύγοντας δηλαδή από τον γιατρό , ο ασθενής δεν έχει πεισθεί ότι έλαβε τις ιατρικές υπηρεσίες που επιθυμούσε. Αν εξαιρέσουμε την ανακούφιση ενός οξέος και απειλητικού για την ζωή συμπτώματος,  όπως π.χ. μια ασθματική κρίση ,του οποίου η θεραπεία θα σημάνει για τον ασθενή, και το αυταπόδεικτο της παροχής τίποτε άλλο δεν μπορεί να πείσει τον ασθενή για το ότι έλαβε τις υπηρεσίες που επιθυμούσε εκτός από την σχέση εμπιστοσύνης με τον γιατρό του.

Όταν ψωνίζουμε ένα ζευγάρι παπούτσια ακολουθούμε μια άγραφη και λογική αρμονία αποφάσεων και κινήσεων. Πρώτα διαλέγουμε το είδος το χρώμα .στη συνέχεια ζητάμε την απόδειξη της άνεσης της σταθερότητας και της ποιότητας δοκιμάζοντας. Στο τέλος αφού έχουμε επεξεργαστεί το προϊόν από κάθε άποψη προχωρούμε στην απόκτηση του.

Στην διάγνωση όμως αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Ο ασθενής θα προσέλθει στο ιατρείο αναφέροντας συγκεκριμένα στοιχεία. Το λεπτομερές ιστορικό και η κλινική εξέταση θα οδηγήσουν τον γιατρό σε κάποια συμπεράσματα. Τα συμπεράσματα αυτά τα οποία προκύπτουν από την ταυτόχρονη χρήση της γνώσης και της αντίληψης του , ενδέχεται να προσδιορίσουν μόνο το σύστημα το οποίο νοσεί. Αυτό θα σημάνει και την ζήτηση από τον γιατρό για διενέργεια παρακλινικών εξετάσεων.

Εκ του αυταπόδεικτου έως τώρα ο ασθενής είτε έχει διαγνωσθεί πλήρως είτε χρήζει διενέργειας εξετάσεων, φεύγει από το ιατρείο ως ασθενής ξανά!! και όχι ως θεραπευμένος.

Κι αυτό είναι ένα θέμα που πρέπει να διαχειριστούν από κοινού και ο γιατρός και ο ασθενής.

Ο ασθενής πρέπει να γνωρίζει εξ αρχής ότι η στοιχειώδης λογική απαιτεί να κατανοεί ότι το να ζητήσει ο γιατρός εξετάσεις δεν σημαίνει ούτε ότι η αυξάνεται η βαρύτητα της διάγνωσης ούτε αποδεικνύεται το γνωστικό έλλειμμα του γιατρού.

Ο γιατρός οφείλει να εξηγεί το πλάνο της προσέγγισης, τον σκοπό των ερωτήσεων που κάνει και το τρόπο που θα φτάσουν στην διάγνωση.

Εδώ έρχεται να προστεθεί όμως μια μεταβλητή η οποία βαραίνει αποκλειστικά τον ασθενή.

Το ότι κάποιοι από τους ασθενείς πάσχουν από το γνωστό σύνδρομο του κατά φαντασία ασθενή είναι ευρέως γνωστό. Αυτό όμως που δεν γνωρίζει ο κόσμος είναι το ότι ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό πάσχει από το σύνδρομο του κατά φαντασία υγιούς. Με απλά λόγια ο ασθενής επισκέπτεται έναν γιατρό έχοντας συμπτώματα με την ελπίδα να ακούσει ότι δεν πάσχει από τίποτα. Και δυστυχώς πολλές φορές αυτή η ελπίδα γίνεται αυτοσκοπός. Κι όταν δεν το πετυχαίνει ο ασθενής συνεχίζει να ζητάει κι άλλες ιατρικές γνώμες με σκοπό να καταλήξει στην λιγότερο τραυματική, χρονοβόρα, είτε την πιο οικονομική.

Με βάση τις αρχές της διαφοροδιαγνωστικης, ενδέχεται επι των ίδιων αρχών διερεύνησης πολλοί γιατροί να αποφασίζουν μια διαφορετική προσέγγιση θεωρώντας πως πρέπει να ακολουθήσουν άλλη πορεία προτεραιότητας ο ένας από τον άλλον. Αυτό εκλαμβάνεται από τον ασθενή ως εντελώς διαφορετική προσέγγιση στην ιατρικη γνωση ,και ενώ οι γιατροί επι της ουσίας δεν διαφωνούν , για τον ασθενή είναι σαν να βρίσκονται στα αντίθετα άκρα.

Έτσι ο ασθενής χάνεται στο λαβύρινθο του »ποιος έχει δίκιο» .

Πολύ σημαντικό στοιχείο επίσης είναι και ο χρόνος που επισκέπτεται έναν γιατρό ο ασθενής.

Τα διαγνωσθέντα σημεία από τον πρώτο γιατρό , θα παρουσιαστούν στον δεύτερο γιατρό πλέον ως δεδομένα. Αυτό δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι ο δεύτερος είναι καλύτερος από τον πρώτο.

Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το εμπύρετο.

Παρουσιάζεται ασθενής με πυρετό 3 ημερών και λαμβάνει αντιβίωση για 7 ημέρες. Μετα το πέρας της εβδομάδας ο ασθενής θεωρώντας ότι ο πρώτος γιατρός απέτυχε, απευθύνεται σε δεύτερο . Αυτή την φορά όμως τα δεδομένα είναι πυρετός 10 ημερών που δεν πέρασε με αντιβίωση. Ο γιατρός θα συστήσει εργαστηριακές εξετάσεις και το πρόβλημα θα λυθεί. Κι όμως ο πρώτος γιατρός έπραξε εξαιρετικά. Χορήγησε εμπειρική θεραπεία για να εξασφαλίσει στον ασθενή ότι δεν θα κινδυνεύσει από βακτήριο και επι αποτυχίας θα έκανε κι αυτός  ακριβώς το ίδιο με τον δεύτερο. Ο ασθενής όμως τώρα πια δεν έχει πως να το ξέρει.

Συνοψίζοντας λοιπόν η δεύτερη γνώμη ενώ είναι ηθικό και συνταγματικό δικαίωμα του κάθε ασθενούς εν τούτοις πρέπει να αποφασίζεται με σύνεση. Έχει θέση σε διάγνωση βαρειών παθήσεων, σε σύσταση χειρουργικών επεμβάσεων και επίπονων διαγνωστικών εξετάσεων, αλλα και στην κακη επικοινωνια (χημεία) γιατρου-ασθενη

Θα πρέπει όμως ο ασθενής να διαλέγει με σύνεση τον θεραπευτή του. Βασική προϋπόθεση είναι η εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό απαιτείται η έρευνα από τον ασθενή για το ποιον του γιατρού, την απόδειξη της συνεχιζόμενης εκπαίδευσης του γιατρού, και την απόδειξη ότι ο γιατρός χρησιμοποιεί τεχνικές που εναρμονίζονται πλήρως με τον κώδικα ιατρικής δεοντολογίας